11 Ιουν 2011

Άλλοι δημιούργησαν το πρόβλημα και άλλοι καλούνται να πληρώσουν!



Πρώτ΄απ όλα, μια απάντηση  σε σχέση με την Πορτογαλία. Γράφτηκε «στην Πορτογαλία όταν κατάλαβαν ότι είχαν πρόβλημα αναχρηματοδότησης του χρέους τους, η κυβέρνηση παραιτήθηκε, προκηρύχθηκαν εκλογές και οι πολίτες ψήφισαν με βάση τις εναλλακτικές που τους προτάθηκαν.»
Στην Ελλάδα όμως δεν έγινε αυτό. Γιατί άραγε; Όταν ο Πρωθυπουργός που είχε κερδίσει τις εκλογές με τη θέση ότι «λεφτά υπάρχουν» κατάλαβε το Νοέμβριο του 2009 ότι δεν ισχύει αυτό, δεν παραιτήθηκε, δεν προκήρυξε εκλογές ώστε να κρίνουν οι πολίτες τι θα γίνει, αλλά συνέχισε να κυβερνά για μήνες τη χώρα, δυσφημίζοντας με δηλώσεις την οικονομία της, μέχρι που η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο τον Μάϊο του 2010. Όμως ούτε τότε προκήρυξε εκλογές αλλά αποφάσισε από μόνος του να αναλάβει την αποστολή να «σώσει τη χώρα»,  μια αποστολή που ο λαός δεν του την είχε αναθέσει, αφού η λαϊκή εντολή που είχε λάβει τον Νοέμβριο του 2009 ήταν για να εφαρμόσει ένα εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα. Το μνημόνιο και η εφαρμογή του ουδέποτε κρίθηκε από τον Ελληνικό λαό, όπως έγινε στην Πορτογαλία. Ούτε καν τώρα που μας φέρνουν το μνημόνιο 2 με την ίδια πάλι απειλή της χρεωκοπίας, δεν ζητούν την κρίση του λαού. Γνωρίζουν βέβαια ότι η χρεωκοπία (ή αναδιάρθρωση) είναι αναπόφευκτη σε δεύτερο χρόνο, αλλά προσπαθούν να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη συμπιέζοντας και άλλο τους μισθούς και αγοράζοντας μισοτιμής το δημόσιο πλούτο.

Όμως πώς η ελληνική οικονομία έφτασε εκεί; Για το θέμα αυτό ο καθένας έχει η δική του ερμηνεία, αναλόγως τι τον βολεύει. Ευτυχώς όμως που υπάρχουν και οι αριθμοί. Τα στοιχεία της eurostat είναι αδιαμφισβήτητα και μελετώντας τα μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

 Τη δεκαετία που μεσολάβησε από την είσοδο της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ, η χώρα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη.


  Το ΑΕΠ κάθε χρόνο αυξανόταν (πίνακας eurostat) δίνοντας τη δυνατότητα να αυξηθούν παράλληλα τα δημόσια έσοδα΄ώστε να αποπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους.Αυτό δεν έγινε. Ενώ το ΑΕΠ τη δεκαετία του 2000 στην Ελλάδα αυξανόταν, τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονταν, με αποτέλεσμα σε επίπεδο Ευρωζώνης η Ελλάδα να έχει από τα πιο χαμηλά ποσοστά δημόσιων εσόδων ως προς το ΑΕΠ, πολύ πιο κάτω από μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, όπως φαίνεται στο σχετικό πίνακα της eurostat: 


Και βεβαίως τα δημόσια έσοδα στηρίχτηκαν και στηρίζονται κυρίως στους έμμεσους φόρους και όχι στην άμεση φορολογία εισοδήματος, η οποία προέρχεται σε κύρια βάση από τους μισθωτούς και όχι από τις επιχειρήσεις.
Όπως φαίνεται στον πίνακα της eurostat, το ποσοστό δημόσιων εσόδων από άμεση φορολογία  στην Ελλάδα είναι από  τα χαμηλότερα όλων των χωρών της Ευρωζώνης. 


Το πολυθενικό και ντόπιο κεφάλαιο με διάφορους τρόπους καταφέρνει να εξασφαλίζει φοροαπαλλαγές και να μην πληρώνει την φορολογία που θα έπρεπε σε σχέση μετα κέρδη του. Γιατί μπορεί μεν οι φορολογικοί συντελεστές των μεγάλων επιχειρήσεων να είναι σχετικά ψηλοί στην Ελλάδα, όμως μέσω της απουσίας ελέγχων, μέσω των εικονικών τιμολογίων και μέσω διάφοροων φοροαπαλλαγών επιτυγνάνεται η ελλιπης καταβολή φόρων από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Γι΄ αυτό ακριβώς ενώ το ΑΕΠ τη δεκαετία του 2000 ανέβαινε αλματωδώς δεν ανέβαιναν παράλληλα τα δημόσια έσοδα. 
Αυτά βεβαίως δεν είναι αυθαίρετα συμπεράσματα. Προκύπτουν από τα δημοσιονομικά στοιχεία της χώρας και αποτελούν διαπιστώσεις ακόμα και του σημερινού υπουργού οικονομίας κ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος στη συνέντευξη τύπου στις 18/12/2009 είχε πει τα παρακάτω:


Κατ' αρχάς, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το φορολογικό σύστημα είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος που έχει η χώρα. Τα χαμηλά δημόσια έσοδα είναι μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Αν δείτε διαχρονικά, σε όλη τη δεκαετία, τα έσοδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν μειωθεί από το 40,9% στο 37,3% και, αντιθέτως, οι δαπάνες έχουν αυξηθεί από το 45,3% στο 50,1% του ΑΕΠ. Τα έσοδα έχουν πτωτική πορεία, οι δαπάνες έχουν ανοδική πορεία και αυτή η ψαλίδα ανοίγει, ιδιαίτερα έντονα, τα τελευταία χρόνια.

Τα φορολογικά έσοδα, που είναι υποσύνολο των συνολικών εσόδων -δηλαδή δεν έχουν κυρίως ασφαλιστικές εισφορές- ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα μειώνονται σταθερά από το 21,8% το 2001, πέφτουν το 2004 - μία χρονιά κατάρρευσης των μηχανισμών - στο 19,6% και μετάαπό μία μικρή ανάκαμψη πάλι σήμερα, είναι στο 19% του ΑΕΠ. Και αυτά τα φορολογικά έσοδα είναι, συγκρινόμενα με τις άλλες χώρες, από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο μέσος όρος συνόλου άμεσων και έμμεσων φόρων στην Ευρωζώνη είναι 25% και 26% στην Ένωση των 27. Στη χώρα μας, είναι κάτω από20%. Η συμβολή των φορολογικών εσόδων στα δημόσια έσοδα είναι η δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι 49%, όταν ο μέσος όρος της Ευρώπης των 27 είναι στο 58% και υπάρχουν, βεβαίως, και χώρες, όπως η Δανία, που φτάνει στο 85%.

Μερικά στοιχεία για τη διάρθρωση των φορολογικών εσόδων: oι έμμεσοι φόροι είναι λίγο χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είμαστε στο 12% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στο 13%. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, ακολουθούν διαφορετική πορεία.

Εδώ, επισημαίνω την πτωτική τους τάση μέχρι το 2004, με τη λογική μιας δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, γιατί οι έμμεσοι φόροι πλήττουν ιδιαίτερα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Επισημαίνω και την αύξηση από το 2004 και πέρα, και μία κάμψη μετά από το 2008, που έχει να κάνει και με την κατάρρευση των μηχανισμών.

Το πρόβλημα βρίσκεται στα έσοδα από άμεσους φόρους σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα οποία ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαστε κοντά σε χώρες, όπως είναι η Σλοβακία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, με έσοδα κάτω από 8% του ΑΕΠ από άμεσους φόρους, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 είναι 13%. Βεβαίως υπάρχουν και χώρες που είναι πολύ υψηλότερα. Σε μας, στην Ελλάδα, είναι κοντά στο 8%, δηλαδή 7,7%.

Η διαφορά των εσόδων από άμεσους φόρους σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευρύνεται και μία σύγκριση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη δείχνει ότι, για κάθε ένα ευρώ άμεσων φόρων, οι Έλληνες πληρώνουν 1,56 ευρώ από έμμεσους. Όπως επίσης και ότι τα φυσικά πρόσωπα φέρνουν ολοένα και μεγαλύτερο φορολογικό βάρος σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα, τις επιχειρήσεις. Ανοίγει η ψαλίδα ανάμεσα στους φόρους των φυσικών προσώπων -οι οποίοι είναι σταθεροί, και έχουν μία πολύ μικρή ανοδική- και στο νομικών προσώπων, όπου έχουν μία σταθερά καθοδική τάση.

Τα έσοδα από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά, είναι τέταρτη από το τέλος, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό και για να δικαιολογήσει την αλλαγή που προτείνουμε στο ζήτημα των μερισμάτων από τη φορολογία των κερδών. Η Ελλάδα έχει τον πέμπτο χαμηλότερο συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων στον ΟΟΣΑ, ένα συνολικό 32,5%, όταν έχουμε τις περισσότερες χώρες πάνωαπό 40% και πολλές να φτάνουν το 50% ή μερικές να το ξεπερνούν.

Τώρα, μερικά στοιχεία από τη φορολόγηση των φυσικών προσώπων: το 85% των φορολογικών δηλώσεων φυσικών προσώπων αφορούν σε εισοδήματα κάτω από 30.000 ευρώ. Μιλάμε για κατανομή φορολογουμένων ανά κλιμάκιο οικογενειακού εισοδήματος σε σύνολο περίπου 5.500.000 δηλώσεων. Το 85% αφορά εισοδήματα κάτω από30.000 ευρώ.

Το 94% των ατομικών εισοδημάτων, που δηλώνονται από φυσικά πρόσωπα, είναι κάτω από 30.000 ευρώ και περισσότεροι από5.000.000 φορολογούμενοι δηλώνουν ετήσιο ατομικό εισόδημα κάτωαπό τις 12.000 - το αφορολόγητο, δηλαδή - κάτω από 1.000 ευρώ το μήνα και μόλις περίπου 3.000 φορολογούμενοι δηλώνουν πάνω από200.000 ευρώ. Είναι προφανές ότι, στην κοινή λογική, το νούμερο αυτό είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με τον πλούτο που βλέπουμε να διακινείται γύρω μας.

Στα ελεύθερα επαγγέλματα, το 73% των δηλωθέντων εισοδημάτων συγκεντρώνεται στα κλιμάκια κάτω από το αφορολόγητο όριο. Μόλις το 0,6% - δηλαδή 2.500 άτομα- δηλώνουν εισοδήματα από ελεύθερα επαγγέλματα πάνω από 100.000 ευρώ. Και μία κατανομή, την οποία έχετε δει και στο παρελθόν, σε σχέση με τις διαφορετικές κατηγορίες φορολογουμένων, μάς δίνει τα εξής: μέσο ετήσιο δηλωθέν εισόδημα κατά κύριο επάγγελμα και από άλλες πηγές, για το 2008, 14.400 ευρώ. Δηλαδή, οι μισθωτοί είναι αυτοί που σηκώνουν το μεγάλο βάρος.

Οι συνταξιούχοι έρχονται δεύτεροι, με 11.800 ευρώ. Οι έμποροι, βιομήχανοι, βιοτέχνες, επιτηδευματίες 10.400 ευρώ, με εισόδημα απόάλλες πηγές 5.000 ευρώ. Τα ελεύθερα επαγγέλματα ακόμα πιο χαμηλά, 9.000 ευρώ, με εισοδήματα από άλλες πηγές 11.800. Οι εισοδηματίες 3.900 ευρώ και οι γεωργοί – κτηνοτρόφοι 2.400 ευρώ.

Στο ζήτημα της φοροδιαφυγής, σύμφωνα με μία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που καλύπτει δυστυχώς μόνο μέχρι το 2006, τα διαφυγόντα έσοδα από το ΦΠΑ λόγω εκπτώσεων, απαλλαγών ή φοροδιαφυγής ξεπερνούν για το τελευταίο διαθέσιμο έτος τα 6,6 δισ. ευρώ. Έχουν διπλασιαστεί από το 2000, με μία πολύ μεγάλη αύξηση το 2003, 2004, 2005 και το 2006, φτάνοντας στο 6,6 δισ. ευρώ.

Νομίζω, βέβαια, πως αυτό είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο, εάν συγκρίνει κάποιος, όπως κάνει αυτή η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό διαφυγόντων εσόδων από το ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 12%. Στην Ελλάδα, το ποσοστό διαφυγόντος ΦΠΑ στα δυνητικά έσοδα είναι 30%. Το μεγαλύτερο από όλους και μετά από μας έρχονται μία σειρά από νέες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή η σχετική και πραγματική υστέρηση των φορολογικών εσόδωνέχει μία σειρά από αιτίες. Κατ' αρχάς, η γνωστή σε όλους μας εκτεταμένη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή. Υπάρχουν στρεβλώσεις στο ίδιο το φορολογικό σύστημα. Για παράδειγμα, αυτοτελήςφορολόγηση, οι απαλλαγές χωρίς στόχευση. Υπάρχουν - το ξέρουμε πολύ καλά - ελλιπείς ελεγκτικοί μηχανισμοί. Υπάρχει απουσία ισχυρών κινήτρων συμμόρφωσης και αποκάλυψης της φορολογητέας ύλης.

Μερικά συμπεράσματα από τα στοιχεία αυτά: πρώτον, τα ιστορικά και συγκριτικά στοιχεία δείχνουν τα δημόσια έσοδα στην Ελλάδα, τα φορολογικά έσοδα είναι πολύ χαμηλά. Δεύτερον, η Ελλάδα, παρότι δεν έχει τους χαμηλότερους συντελεστές άμεσης και έμμεσης φορολόγησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει τα χαμηλότερα έσοδα από άμεση και έμμεση φορολόγηση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και τρίτον, το κύριο μέρος των φορολογικών εσόδων, προέρχεται από ένα μικρό ποσοστόφορολογουμένων, δηλαδή από τους μισθωτούς και τα μεσαία εισοδήματα και υπάρχει προφανής ανάγκη διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. 

Αυτή η περιγραφή από το στόμα του υπουργού οικονομίας κ. Παπακωσνταντίνου δίνει με τον πιο γλαφηρό τρόπο ένα μεγάλο μέρος από την απάντηση για το πώς προέκυψε το δημοσιονομικό αδιέξοδο της χώρας μας. Όμως, ενώ έλεγε αυτά το Δεκέμβριο του 2009, λίγους μήνες μετά άλλα έκανε και υπέγραψε με το μνημόνιο βάζοντας τους μισθωτούς να πληρώσουν για ένα χρέος που δεν δημιούργησαν, και τώρα το ξανακάνει για δεύτερη φορά με το μνημόνιο 2.

Όμως, πέρα από το σκέλος των δημόσιων εσόδων, υπάρχει και αυτό των δημόσιων δαπανών. Σύμφωνα με το σχετικό πίνακα της eurostat,  η χώρα μας, τόσο το 2000, όσο και το 2010 είχε ποσοστό δημόσιων δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ αντίστοιχο με το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης


Αυτό το στοιχείο από μόνο του καταρρίπτει το μύθο περί σπάταλου ελληνικού κράτους. Το ελληνικό κράτος μπορεί να είναι αναποτελεσματικό και δυσκήνιτο, δεν είναι όμως σπάταλο, τουλάχιστον δεν είναι περισσότερο σπάταλο από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. 
Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο από τις εκθέσεις της eurostat που καταρρίπτει το μύθο περί υπεράριθμων δημοσίων υπαλλήλων που διορίστηκαν με μέσο και τρώνε τα λεφτά των φορολογούμενων. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της eurostat, το μισθολογικό κόστος του ελληνικού δημοσίου για μισθούς και συντάξεις αντιστοιχεί το 2010 στο 11.5% του ΑΕΠ, λίγο παραπάνω από το μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (11.0%) και πολύ πιο κάτω από χώρες όπως η Γαλλία (13.3%), η Κύπρος (15.1%), η Σουηδία (14.8%), η Δανία(19.1%), η Φιλανδία (14.4%) και η Μεγάλη Βρετανία (11.7%).

Αποδεικνύεται ξεκάθαρα από τους αριθμούς ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν προκλήθηκε από υπερβολικές δαπάνες για μισθούς δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων (όπως ισχυρίζονται αόριστα και χωρίς στοιχεία κάποιοι), αλλά προκλήθηκε από τα μειωμένα φορολογικά έσοδα κυρίως από τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (εταιρίες).
Όμως για ακόμη μια φορά, άλλοι δημιούργησαν το πρόβλημα και άλλοι καλούνται να πληρώσουν!