28 Ιαν 2011

Ένα σχεδιάγραμμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης, του Γιώργου Σταθάκη

Η δημιουργία του ελληνικού δημόσιου χρέους

Τα αίτια του δημοσιονομικού προβλήματος προκύπτουν από μερικά βασικά δεδομένα που φωτίζουν, ίσως με απόλυτη διαύγεια, το πρόβλημα.

Πρώτον, το χρέος είναι δημιούργημα της δεκαετίας του 1980. Το 1980 το χρέος ήταν μόλις 20% του ΑΕΠ, το 1990 ήταν 80% και το 1993 ήταν 120%. Έκτοτε περιστρέφεται γύρω στο 100-120% του ΑΕΠ.

Δεύτερον, το χρέος προέκυψε από την επέκταση του κράτους στην οικονομία. Οι δημόσιες δαπάνες επεκτάθηκαν τότε από το 25% στο 40% του ΑΕΠ και λίγο αργότερα έφθασαν στο 45%, στο οποίο και μονιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα. Η επέκταση του κράτους έγινε για «καλό σκοπό», καθώς αφορούσε πρωτίστως την επέκταση των κοινωνικών δαπανών: της υγείας, της παιδείας και των συντάξεων. Επιπρόσθετα στη δεκαετία του 1980 το κράτος ανέλαβε τη διαχείριση του προβλήματος της «αποβιομηχάνισης» και των «προβληματικών».

Τρίτον, η αύξηση των δημόσιων εσόδων υστερούσε πάντα των δαπανών. Για την ακρίβεια, ο ελληνικός προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός για τριάντα συνεχή χρόνια, με διακυμάνσεις από -5 (1999) έως -16% (1990), κατά μέσο όρο γύρω στο -7% του ΑΕΠ. Το γεγονός ότι το χρέος δεν είναι ακόμα μεγαλύτερο οφείλεται στις περιόδους χαμηλών επιτοκίων.

Συνεπώς, το βασικό ερώτημα είναι γιατί τα έσοδα υστερούν πάντοτε των δαπανών, γιατί τελικά δεν σταθεροποιήθηκαν και αυτά στο 45% του ΑΕΠ, αλλά γύρω στο 35-40% του ΑΕΠ. Η απάντηση είναι απλή. Τα φορολογικά έσοδα προέρχονται από φόρους κατανάλωσης κατά τα δύο τρίτα και από άμεσους φόρους των μισθωτών στρωμάτων. Φόρους δεν πληρώνουν οι επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρές, και τα ελεύθερα επαγγέλματα, επιστημονικά και μη. Καθώς το 20-30% των πιο ευκατάστατων στρωμάτων που ελέγχουν το 50% του ΑΕΠ δεν πληρώνουν φόρους, είναι αδύνατο να αυξηθούν τα έσοδα στο επιθυμητό ή το αναγκαίο επίπεδο.

Τα στρώματα αυτά κατέκτησαν ειδικά φορολογικά καθεστώτα που διασφαλίζουν τη φοροασυλία τους ή την παράκαμψη του «πόθεν έσχες». Η ιδέα περί φοροδιαφυγής είναι παραπλανητική, καθώς πρόκειται για φοροασυλία που επιτεύχθηκε με την κατασκευή ενός σύνθετου και περίτεχνου φορολογικού συστήματος προστασίας των υψηλών εισοδημάτων. Ούτε η αύξηση του ΑΕΠ ούτε τα σταθεροποιητικά προγράμματα έλυσαν το πρόβλημα, καθώς δεν έθιξαν τη βασική αιτία. Για την ακρίβεια πέρα από το ρεκόρ που κατέχει η Ελλάδα σε σταθεροποιητικά προγράμματα (1985-87, 1990-93, 1996-2000, 2004-07), αυτά ενώ όλα μειώνουν προσωρινά το έλλειμμα τελικά αυξάνουν το συνολικό δημόσιο χρέος. Αυτό αναμένεται να συμβεί και με το τρέχον πρόγραμμα.

Εν κατακλείδι, το χρέος είναι, με μια έννοια, η συσσωρευμένη φοροαποφυγή των πιο ευκατάστατων αστικών και μικροαστικών στρωμάτων επί τρεις δεκαετίες. Συνεπώς, το χρέος δεν αφορά την υπαρκτή κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος ή την υπαρκτή διαφθορά καθώς αυτές είναι μέρος των δημοσίων δαπανών. Αυτές θα υπήρχαν και με ένα εξισορροπημένο δημοσιονομικό σύστημα. Τα συνθήματα που αφορούν τους «κλέφτες που πρέπει να φέρουν τα λεφτά πίσω» ή τους «τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους» αφορούν λαϊκιστικές εκδοχές που θίγουν υπαρκτές πλευρές του δημοσιονομικού προβλήματος, αλλά δεν θίγουν την αιτία.

Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας. Η οικονομία των υπηρεσιών


Συχνά ακούγεται πως η οικονομία «δεν παράγει τίποτα», πως «καταναλώνουμε περισσότερο από ό,τι παράγουμε», πως αναπτυσσόμαστε σε «βάρος των μελλοντικών γενεών» και διάφορες άλλες «παρδαλές» θεωρίες. Οι θεωρίες αυτές δεν συνάδουν με την πραγματικότητα, καθώς η ελληνική οικονομία επέδειξε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανόδου (αύξηση κατά 40% του ΑΕΠ της), για μια δεκαετία, επέδειξε ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που τελικά έφεραν τους ελληνικούς δείκτες κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (γύρω στο 90-95% της Ε.Ε.).

Αυτή η ανάπτυξη μπορεί να μη διανεμήθηκε δίκαια, μπορεί να ενίσχυσε τον πλούτο ορισμένων στρωμάτων, αλλά έγινε. Συνεπώς κάπου στηρίχθηκε, αποτέλεσε με κάποιο τρόπο ένα «ιδιαίτερο μοντέλο ανάπτυξης», το οποίο επέφερε μια ριζική αναδιάταξη της δομής της ελληνικής οικονομίας.

Το μοντέλο αυτό είναι πλέον σαφές. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και εν μέσω της επιταχυνόμενης παγκοσμιοποίησης, η βασική ιδέα περί ανάπτυξης, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, ήταν η ιδέα του προσανατολισμού των οικονομιών σε κλάδους με διεθνή ανταγωνιστικότητα, η απελευθέρωση των αγορών χρήματος και οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις που θα επέτρεπαν την αξιοποίηση των διεθνών πλεονεκτημάτων.

Η ελληνική οικονομία είχε ήδη δύο κλάδους με διεθνή παρουσία, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Υπό διαμόρφωση όμως ήταν και άλλοι κλάδοι: οι τράπεζες, οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, εν μέρει το εμπόριο. Αυτοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την παρουσία τους σε νέους οικονομικούς και γεωγραφικούς χώρους που δημιουργούσε η «κατάρρευση του κομμουνισμού» (Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη). Και αυτό έγινε. Οι τομείς αυτοί ιδιωτικοποιήθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, ενισχύθηκαν με μεγάλα έργα και ολυμπιακούς αγώνες, ενώ οι χρηματιστηριακοί θεσμοί, προσωρινά τουλάχιστον, υποσχέθηκαν την απρόσκοπτη ανάπτυξη των νέων κλάδων.

Αυτή η νέα οικονομία που εδράζεται στη διεθνή ανταγωνιστικότητα προϋποθέτει τη νομισματική σταθερότητα, καθώς δημιουργεί και στηρίζεται στη ροή συναλλαγματικών ή άλλων πόρων. Η πολιτική της «σκληρής δραχμής» και η ένταξη στο ευρώ, αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας αυτής της οικονομίας.

Η στρατηγική αυτή δεν ευνοούσε τους παραγωγικούς τομείς, τη βιομηχανία και τη γεωργία. Αν όχι στο σύνολό τους, τουλάχιστον σε μεγάλο τμήμα τους. Διότι και εκεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα ήταν δυνατή μόνο σε επιμέρους υποτομείς, αυτούς που συνέχισαν ή κατάφεραν να έχουν εξαγωγικές επιδόσεις. Το υπόλοιπο τμήμα άρχισε να δοκιμάζεται από το σκληρό νόμισμα που ευνοεί τις φθηνότερες εισαγωγές και κάνει δύσκολες τις εξαγωγές. Η γεωργία μετά το 2000 άρχισε να έχει απόλυτη μείωση της παραγωγής της και η βιομηχανία μεταστράφηκε ραγδαία στο παραδοσιακό της πρότυπο με έμφαση στην ελαφριά βιομηχανία.

Το ισοζύγιο πληρωμών δείχνει αποκαλυπτικά τη δομή της νέας ελληνικής οικονομίας, που καμία σχέση δεν έχει πλέον με την οικονομία του 1980. Πρόκειται για μια εξαιρετικά «ανοικτή οικονομία», με τις εισαγωγές να είναι σχεδόν στο 40% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές αγαθών (βιομηχανικών και αγροτικών) καλύπτουν μόλις το 10%, και μετά είναι ο τουρισμός και η ναυτιλία που συνεισφέρουν άλλο 10% ο κάθε τομέας. Μένει ακόμα ένα κενό που καλύπτεται από άλλες εισροές και φυσικά από δάνεια. Αυτή η εικόνα των εξωτερικών σχέσεων υποδηλώνει ότι η οικονομία είναι απόλυτα εξαρτώμενη από συναλλαγματικές εισροές κάθε μορφής και είδους.

Οι ιδιαιτερότητες της σημερινής ελληνικής οικονομίας καθιστούν κάθε συζήτηση περί «εξόδου από το ευρώ» και επιστροφής στη δραχμή, συζήτηση χωρίς ιδιαίτερο νόημα, καθώς συνεπάγεται αυτόματα μια απότομη μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 30-40%. Μα ταυτόχρονα καθιστά και άνευ νοήματος τη συζήτηση περί υποθετικής «έλλειψης ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι εξαγωγές αγαθών είναι μικρό μέρος του ΑΕΠ.

Η ελληνική οικονομία είναι πλέον μια οικονομία υπηρεσιών. Η γεωργία συνεισφέρει μόλις 4% στο ΑΕΠ (περίπου όσο και ο κλάδος εμπορίας κινητών τηλεφώνων), και η βιομηχανία κάτι λιγότερο από 15%. Το 80% είναι υπηρεσίες. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται. Αλλά είναι ήδη παγιδευμένο με ένα τρόπο που καθιστά κάθε διέξοδο εξαιρετικά δύσκολη. Η αναβίωση των παραγωγικών τομέων, για παράδειγμα, βρίσκεται αντιμέτωπη με το γεγονός ότι οι αλλαγές στην οικονομία συμπαρέσυραν το σύνολο των αναπτυξιακών θεσμών που ήταν συνδεδεμένοι με τους τομείς αυτούς (συνεταιρισμοί, τράπεζες, κρατικοί φορείς κ.ο.κ.). Κάθε αλλαγή πορείας έχει συνεπώς ανάγκη από βιώσιμες μεσοπρόθεσμες στρατηγικές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σε κρίση εν μέσω της κρίσης

Η Ε.Ε. βρέθηκε εν μέσω της οικονομικής κρίσης σε εξαιρετικά αδύναμη θέση για τρεις βασικά λόγους.

Πρώτον, επειδή το ευρώ είχε δημιουργηθεί με βάση την ιδέα ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα αναπτυσσόταν διαρκώς. Δεν υπήρχε δηλαδή κανένας θεσμός που να καλείται να διαχειριστεί το νόμισμα σε συνθήκες κρίσης, άρα «ασύμμετρων επιπτώσεων» σε κάθε οικονομία. Συνεπώς δεν προέβλεψε ούτε προϋπολογισμό ούτε κανονική κεντρική τράπεζα.

Δεύτερον, επειδή θεώρησε ότι η πυραμίδα των προτεραιοτήτων ξεκινάει από το σταθερό νόμισμα και την αυστηρή νομισματική πολιτική, συνεχίζει με τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και το χαμηλό δημόσιο χρέος και καταλήγει στα πραγματικά μεγέθη (μισθοί, κέρδη κ.λπ.), τα οποία είναι και τα μόνα που πρέπει να προσαρμόζονται, η πυραμίδα δοκιμάστηκε όταν τα πραγματικά μεγέθη, κυρίως η απασχόληση και η παραγωγή, έπρεπε να υποστηριχθούν, ακυρώνοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία και αναζητώντας νέο χρήμα.

Τρίτον, όλα αυτά δεν ισχύουν σε μια διεθνοποιημένη οικονομία. Μπορεί να τηρούνται και το ευρώ να πέφτει. Εάν όλοι έκαναν δε το ίδιο η παγκόσμια οικονομία θα συρρικνωνόταν. Επειδή δεν τον κάνουν οι άλλοι, οι ΗΠΑ και η Κίνα, η Ε.Ε. εμφανίζεται να επιζητά την ανάκαμψή της στις «πλάτες των άλλων».

Συνεπώς, αφού η Ε.Ε. είπε στις εθνικές κυβερνήσεις να διαχειριστούν την κρίση μόνες τους (με αύξηση φυσικά των ελλειμμάτων), και αφού κάλεσε κάθε χώρα να λύσει μόνη της «το χρέος που η ίδια είχε δημιουργήσει» πριν και τώρα, ξαφνικά διαπίστωσε ότι οι αγορές που ήρθαν να καλύψουν το κενό της χρηματοδότησης του χρέους (ελλείψει κεντρικής τράπεζας), «εισέβαλαν» στην Ε.Ε. και άρχισαν να στοιχηματίζουν «ποια χώρα θα πέσει γρηγορότερα».

Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Ε.Ε. έφτιαξε πανικόβλητη «πακέτο διάσωσης» της Ελλάδας και λίγο μετά «πακέτο διάσωσης» της ίδιας της ευρωζώνης. Ό,τι δεν έκανε δύο χρόνια πριν, ένα πακέτο δηλαδή διαχείρισης της κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο με βάση το κοινό νόμισμα και προστασία των κρατών-μελών, το κάνει τώρα με τους χειρότερους δυνατούς όρους.

Το χειρότερο στοιχείο του ιδιότυπου ευρωπαϊκού «ζουρλομανδύα» είναι ότι έφερε το ΔΝΤ, να συνδιαχειριστεί το πακέτο διάσωσης της ευρωζώνης. Εάν κάτι προκύπτει με σαφήνεια από τους ευρωπαϊκούς χειρισμούς, αυτό είναι πως η κρίση της Ε.Ε. περιλαμβάνει πλέον θεμελιακά δεδομένα της αρχιτεκτονικής της. Το υπάρχον σύστημα πολιτικών και οικονομικών θεσμών είναι «μη βιώσιμο», και αναπόφευκτα μέσα από διαδοχικές κρίσεις, εντάσεις και πολιτικές αναδιατάξεις, θα υπάρξουν ριζικές αλλαγές. Αυτό αφορά φυσικά και τη σχέση Ε.Ε. και ΗΠΑ και το νέο «ιστορικά» ρόλο του ΔΝΤ, που επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε: στη διαχείριση δηλαδή των νομισματικών σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και την παρακολούθηση των πολιτικής κάθε μεμονωμένης οικονομίας.

Ο Γιώργος Σταθάκης διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Αναδημοσίευση από την  ιστοσελίδα   tvxs.gr

5 σχόλια:

  1. Πολύ δεξιό κείμενο μωρ αδερφάκι μου, από έναν "αριστερό" που το μόνο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι η σταθερότητα του ευρώ και της Ε.Ε. Εξού και η καταληκτική κριτική του στις "λαθεμένες κινήσεις" του διευθυντηρίου.
    Τουλάχιστον ενώ λεκτικά διαφωνεί με την κριτική ότι λόγο των εξαρτήσεων η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα... λίγες γραμμές μετά το επιβεβαιώνει αφού δείνει στη πρωτογενή παραγωγή 4% (γεγονός που μας κάνει και διατροφικά εξαρτημένη χώρα) και τη δευτερογενή (ελαφριά κυρίως βιομηχανία)με 15%.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό που έχει σημασία για μένα, είναι η εξηγηση του δημοσιονομικού χρέους, το οποίο οφείλεται, όχι κυρίως στο σπάταλό και κοστοβόρος ο κράτος, αλλά στη φορολογική ασυλία που απολαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου, έχοντας μετατοπίσει τις φορολογικές υποχρεώσεις στους μισθωτούς και μικρομεσαίους.

    Πάνω σ΄ αυτό το θέμα τα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού (δημοσιογράφοι, πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ ΝΔ ΛΑΟΣ Μπακογιάννη) κάνουν μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας προσπαθώντας να δαιμονοποιήσουν ο,τιδήποτε κρατικό και δημόσιο και να εμφανίσουν το κεφάλαιο ως αμέτοχο ευθυνών.

    Γι΄ αυτό έκρινα το κείμενο ενδιαφέρον και το δημοσίευσα και στο σημείο αυτό δεν είναι καθόλου δεξιό.

    Η μορφή της παραγωγής δεν έχει άμεση σχέση με το δημοσιονομικό χρέος, εφόσον γίνεται σωστή φορολόγηση όλων των τομέων της παραγωγής. Οι τουριστικές επιχειρήσεις, με το πρόσχημα ότι ο τουρισμός έχει μεγάλη συμμετοχή στο ΑΕΠ) τα τελευταία χρόνια είναι στην πράξη φορολογικά και ασφαλιστικά ανεξέλεγκτες, ενώ εκτός από τη συρρίκνωση του τέλους παρεπισημούντων από 2% σε 0.5% (η διαφορά οφέλησε τους ξενοδόχους και όχι τους πελάτες) είχαμε και μείωση του ΦΠΑ για τις διανυκτερεύσεις από 11% σε 6.5% (η διαφορά επίσης οφελεί τους ξενοδόχους και όχι τους πελάτες ή τους εργαζόμενου).

    Όταν λοιπόν δεν υπάρχει αναλογική φορολογική συνεισφορά των παραγωγικών τομέων, δεν έχει σημασία ποιοι τομείς είναι πιο ενεργοί (πρωτογενής, δευτερογενής κλπ). Αυτό ίσως έχει σχέση με την ανάπτυξη, αλλά ακόμα και στα χρόνια που υπήρχε αλματώσης ανάπτυξη της οικονομίας, πάλι το δημόσιο χρέος μεγάλωνε, πάλι η ψαλίδα κεφαλαίου -εργαζομέων διευρυνόταν.

    Για το δια ταύτα του κειμένου, σε σχέση με την ΕΕ και τους μηχανισμούς της, νομίζω ότι ο καθηγητής το προσεγγίζει καθαρά από επιστημονική πλευρά. Δηλαδή αν υπήρχε ευρωπαϊκό ταμείο, δεν θα χρειαζόταν το μνημόνιο και η παρέμβαση της τρόϊκας.
    Βεβαίως είναι ζήτημα προθέσεων. Με το πρόσχημα της κρίσης, ακόμα και αν υπήρχε Ευρωπαϊκό Ταμείο και βρισκόταν άμεση λύση για το χρέος της Ελλάδας, πάλι θα έβρισκαν τον τρόπο να ανατρέψουν τα όποια δικαιώματα των εργαζομένων και των μικρομεσαίων ηθελαν και θέλουν να ανατρέψουν, όπως κάνουν και στις άλλες χώρες της Ευρώπης.

    Από τη στιγμή που το κεφάλαιο έχει την πολιτική και μιντιακή εξουσία, πάντα βρίσκει τρόπο να κάνει αυτά που θέλει. Απλά τώρα πιο εύκολα, χρησιμοποιεί το χρέος ως μπαμπούλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σωστές οι περισσότερες επισημάνσεις σου και ιδίως η κατακλείδα. Όμως όσον αφορά την αλματώδη ανάπτυξη, αυτή στηρίχθηκε στην μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης εισαγώμενων προϊόντων. Νομοτελειακά αυτό προδιαγράφει την ύφεση που θα ακολουθούσε σε συνδιασμό με την κατάρρευση του εγχώριου πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Ο κ. καθηγητής αναφέρει ότι οι μικρές και οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν πλήρωναν φόρους. Η αλήθεια είναι ότι η φορολογία των μεγάλων επιχειρήσεων(Α.Ε)έπεσε από το περίπου 40% στο 20%. Αντίθετα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις υπέστησαν φοβερή φοροεπιδρομή. Σου θυμίζω τις περαιώσεις, τις συνάφειες κλπ... Κι όλα αυτά για να βγάλουν από τη μέση τους μικρούς και να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου. Τα όσα λες για το ξενοδοχειακό κεφάλαιο είναι πολύ σωστά.
    Αν η κυβέρνηση εφάρμοζε τα όσα λέει ο καθηγητής του Γιωργάκη, Ρίτσαρντ Γουλφ, για τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου http://visinokipos.blogspot.com/2011/01/o.html
    πιθανώς να σήμαινε το μηδενισμό του χρέους μας.
    Ο Γιωργάκης διάλεξε όμως άλλο δρόμο. Αυτό της τρόϊκας. Στασιμοπληθωρισμός, ύφεση, κατάργηση δικαιωμάτων, αύξηση λαϊκών φόρων, μείωση εισοδημάτων, στήριξη τραπεζών, μείωση της εγχώριας παραγωγής, ιδιωτικοποιήσεις, θεσμική ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου...
    Αυτό το δίλλημα έπρεπε να ξεδιαλύνει ο κ. καθηγητής. Κι όχι να μας μιλάει για τη διακύμανση του χρέους.Γιατί όλοι ήξεραν ότι κυμαινόμασταν σε χρέος της τάξης του 120%. Η Κομισιόν όχι μόνο το ήξερε αλλά και το σχεδίασε τολμώ να σου πω, με τη σύμφωνη γνώμη των Έλληνικών κυβερνήσεων. Σιγά μην ξαφνιάστηκαν από το ύψος του χρέους. Λες και δεν είχαν πρόσβαση στους δανειστές μας :)
    Επίσης πολύ δεξιά είναι και η δεύτερη παράγραφός του για την διόγκωση του κοινωνικού κράτους, μέσα από την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και την "κοινωνικοποίηση" των προβληματικών επιχειρήσεων.
    Για το συγκεκριμένο θέμα έχω κάνει την πτυχιακή μου κι όταν έχω χρόνο μπορούμε να κάνουμε μεγάλη κουβέντα για αυτό. Τέσπα, για μένα το κείμενο του Σταθάκη ήταν απογοητευτικό. Άλλα περιμένω από την αριστερή διανόηση, στις αναλύσεις αλλά και στις προοπτικές που ανοίγουν με κείμενά τους. Ειδικά σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όταν Βασίλη από τους μισθωτούς - συνταξιούχους προέρχεται το 45% - 55% της συνολικής φορολογίας, καταλαβαίνεις ότι η έκφραση του κ. Σταθάκη "Φόρους δεν πληρώνουν οι επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρές, και τα ελεύθερα επαγγέλματα, επιστημονικά και μη" δεν είναι εντελώς αδόκιμη.
    Ο κ. Σταθάκης σαφώς δεν εννοεί ότι δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, αλλά εννοεί ότι δεν πληρώνουν τους φόρους που θα έπρεπε και τους αναλογούν.
    Επίσης το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει η μεγαλύτερη ψαλίδα έμμεσων - άμεσων φόρων στην Ε.Ε. οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα.


    Το γεγονός ότι με παρότρυνση του κεφαλαίου έχει δημιουργηθεί ένα άδικο σύστημα είσπραξης φόρων στο οποίο τα φορλογικά βάρη πέφτουν στους μισθωτούς, είναι κάτι που ευνοεί και πολλούς άλλους.
    όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Ο καθηγητής Σταθάκης στην ομιλία του πρόσφατα στο Επιμελητήριο Λασιθίου είχε αναφέρει αυτό ακριβώς που λέει και ο καθηγητής wolf. Ότι αν οι πλούσιοι πλήρωναν τους φόρους που τους αναλογούν πραγματικά δεν θα υπήρχε δημοσιονομικό πρόβήμα στη χώρα.

    Όσες φορές και αν ξαναδιάβασα τη δεύτερη παράγραφο του κείμενου στου Σταθάκη, δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τη χαρακτηρίζεις "δεξιά". Περιγράφει μια πραγματική κατάσταση.
    Δεν βάλεται η επιλογή της επέκτασης του κράτους, αλλά το αποτέλεσμα, το οποίο -νομίζω ότι συμφωνείς- δεν ήταν το αναμενόμενο.
    Αν βεβαίως στο άρθρο ο καθηγητής είχε προσθέσει και αυτό που ανέφερε στην ομιλία του, ότι οι κρατικές δαπάνες σε όλες τις χώρες της ΕΕ σε ποστοστό του ΑΕΠ κινούνται στο ίδιο ή και μεγαλύτερο ύψος, δεν νομίζω ότι θα είχες αυτή την εικόνα.

    Τέλος, προσωπικά νομίζω ότι τόσο ο καθηγητής Σταθάκης, όσο και άλλοι οικονομολόγοι από το χώρο της αριστεράς, κάνουν μεγάλη προσπάθεια να ανατρέψουν την εικόνα που δημιουρείται από τους υπηρέτες των εταιριών (πολιτικούς και ΜΜΕ) ότι για την κρίση φταίμε όλοι και όλοι πρέπει να πληρώσουμε. Την προσπάθεια τους τη σέβομαι και δεν τη θεωρώ καθόλου δεξιά, ίσα ίσα το αντίθετο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Οκ...δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα. Πάντως την επισήμανσή του για το κοινωνικό κράτος που διόγκωσε το χρέος... θα μπορούσες να την ακούσεις από το επιτελείο παπαγάλων του ΣΚΑΪ.
    Θα σου δείξω την εργασία μου για την Πειραϊκή Πατραϊκή. Εκεί θα καταλάβεις πως το καθεστώς ΠΑΣΟΚ, απάλλαξε μέσω των κοινωνικοποιήσεων, τους πρώην ιδιοκτήτες της από τα χρέη τους και μετά ξεπούλησε στους...ίδιους τις μονάδες εντάσεως κεφαλαίου, βάζοντας οριστικό τέλος στη μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία των Βαλκανίων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή